θεραπεία

Σύνολο μέτρων ικανών να προλάβουν την εκδήλωση ή να καταπολεμήσουν με επιτυχία μία παθολογική κατάσταση και τα συμπτώματά της· θεραπευτική αντίστοιχα καλείται ο κλάδος της ιατρικής που μελετά και υποδεικνύει τα μέσα που χρησιμοποιούνται για τη θ. των διαφόρων νόσων. Για αιώνες οι γιατροί προσπάθησαν να καθορίσουν τις γενικές αρχές τις οποίες θα έπρεπε να ακολουθεί η θεραπευτική αγωγή και κάθε φορά αυτές οι αρχές αντανακλούσαν τη φιλοσοφική αντίληψη του διανοούμενου και ιδιαίτερα τις ιδέες του για τις νόσους και τις σχέσεις τους με τον οργανισμό. Εδώ αναφέρουμε μόνο την ιπποκράτεια αντίληψη θ. «διά των εναντίων», σύμφωνα με την οποία θα έπρεπε να ευνοείται η θεραπευτική δύναμη της φύσης και το «όμοια ομοίοις θεραπεύειν» του Χάνεμαν (βλ. λ. ομοιοπαθητική), επειδή πρόκειται για αντίθετες απόψεις πάνω στις οποίες ακόμα και σήμερα γίνονται συζητήσεις και αναφορές. H σύγχρονη θ. βασίζεται σε πειραματικά δεδομένα και ό,τι διατηρείται ακόμα από την παράδοση έπαψε να έχει χαρακτήρα εμπειρικό, γιατί έχει υποβληθεί στον επιστημονικό έλεγχο. Μία θεραπευτική αγωγή μπορεί να είναι προφυλακτική, αιτιολογική, παθογενετική και συμπτωματική. Είναι προφυλακτική, όταν αποσκοπεί στην αποτροπή της εμφάνισης μίας παθολογικής κατάστασης, όπως είναι για παράδειγμα τα εμβόλια και οι προφυλακτικοί οροί. Αιτιολογική καλείται όταν το θεραπευτικό μέτρο έχει σκοπό την εξάλειψη του αιτιολογικού παράγοντα της νόσου, δηλαδή αυτών των ίδιων των αιτιών της πάθησης· η χορήγηση αντιμικροβιακών φαρμάκων στις λοιμώξεις και η χειρουργική αφαίρεση τμήματος εντέρου που παρουσιάζει εντερική απόφραξη, αν και είναι πολύ διαφορετικά θεραπευτικά μέσα, κατευθύνονται και τα δύο εναντίον του αιτίου της νόσου. H θ. είναι παθογενετική, όταν κατευθύνεται εναντίον των εκφυλιστικών και αντιδραστικών αλλοιώσεων που προκλήθηκαν στον οργανισμό από τον αιτιολογικό παράγοντα και καθορίζουν την κλινική και παθολογική εικόνα της νόσου· ένα παράδειγμα παθογενετικής θ. είναι εκείνη των αντιισταμινικών και των κορτικοειδών στις αλλεργίες. Όταν δεν είναι δυνατό να εφαρμοστεί αιτιολογική και παθογενετική θ. ή όταν για να καταπολεμηθούν γρήγορα οι κλινικές εκδηλώσεις της νόσου που έχει ήδη αναπτυχθεί, αντιμετωπίζονται τα συμπτώματα ανεξάρτητα από την αιτία που τα έχει προκαλέσει, τότε η θ. αυτή καλείται συμπτωματική· το αντιπυρετικό που μπορεί να κατεβάσει τη θερμοκρασία του σώματος και η τομή της ρίζας ενός νεύρου στις επίμονες νευραλγίες είναι παραδείγματα θεραπευτικών μέσων που έχουν σκοπό τη θ. των συμπτωμάτων. Αξίζει να αναφερθεί και η αποκαλούμενη θ. τόνωσης, η οποία τείνει να διατηρήσει τον οργανισμό στην καλύτερη δυνατή κατάσταση, έτσι ώστε να μπορούν να εκφραστούν πλήρως όλες οι δυνατότητες της φυσικής του άμυνας. H ιατρική ακολούθησε πάντα δύο κύριους τύπους θ.: τη συντηρητική και τη χειρουργική· αυτοί οι δύο τύποι θ. ακριβώς προκάλεσαν τη διάκριση σε παθολογικά και χειρουργικά νοσήματα. Θεμέλιο της συντηρητικής θεραπευτικής αγωγής είναι η χορήγηση ουσιών ικανών να καταπολεμήσουν τους νοσογόνους παράγοντες, είτε να τροποποιήσουν είτε να αποκαταστήσουν την αντίδραση ή τη λειτουργικότητα των ιστών που έχουν προσβληθεί. Χειρουργική είναι οποιαδήποτε θ. στην οποία κυριαρχούν οι χειρισμοί με αιματηρές επεμβάσεις στον οργανισμό που πάσχει. Από τους διάφορους τύπους χειρουργικής θ. αναφέρουμε τις επεμβάσεις αφαίρεσης οργάνου και τις επανορθωτικές ή πλαστικές. Μία τρίτη ευρεία ομάδα θεραπευτικών μέτρων είναι εκείνη της εφαρμογής φυσικών μέσων. H φυσική θ., ή φυσιοθεραπεία, περιλαμβάνει τη ραδιοθεραπεία, την ακτινοθεραπεία, την ηλεκτροθεραπεία (εφαρμογή γαλβανικού ή επαγωγικού ηλεκτρικού ρεύματος κ.ά.), την υδροθεραπεία, τη θερμοθεραπεία και την κρυοθεραπεία (εφαρμογή θερμού και ψυχρού αντίστοιχα), την κινησιοθεραπεία (γυμναστική, μασάζ, αποκατάσταση κ.ά.). Θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και θ., όπως η διαιτητική, η ψυχοθεραπεία, η εργασιοθεραπεία και άλλες μέθοδοι και τεχνικές ειδικοτήτων. Σε ό,τι αφορά μία ορισμένη παθολογική κατάσταση οι θεραπευτικές αγωγές μπορεί να έχουν απόλυτη ή σχετική ένδειξη, ανάλογα με το εάν η αποτελεσματικότητά τους τις κάνει απαραίτητες για την ίαση της παθολογικής διεργασίας. Επίσης μπορεί η δραστηριότητά τους, αν και ευνοϊκή, να καθορίζεται ή να εξαρτάται από συνθήκες που σε κάθε περίπτωση μπορεί να υπάρχουν ή όχι. Προσωπογραφία του Ισπανού συγγραφέα Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέντρα, το έργο του οποίου αποτελεί σύνθεση του ισπανικού πνευματικού πολιτισμού της Αναγέννησης και έκφραση της εξέλιξης των προτιμήσεων προς το μπαρόκ. Ο διάσημος Βραζιλιάνος ποδοσφαιριστής Ρονάλντο δέχεται περιποίηση από τον φυσιοθεραπευτή (φωτ. ΑΠΕ). Η θεραπευτική αγωγή μπορεί να είναι προφυλακτική, αιτιολογική, παθογενετική και συμπτωματική (φωτ. ΑΠΕ). Στη χειρουργική θεραπεία κυριαρχούν χειρισμοί με αιματηρές επεμβάσεις στον οργανισμό του πάσχοντος (φωτ. ΑΠΕ).
* * *
η (AM θεραπεία, Α ιων. τ. θεραπηΐη και θεραπείη) [θεραπεύω]
1. ιατρική περίθαλψη αρρώστου («τὰς ὑπό τῶν ἰατρῶν θεραπείας τὰς διὰ τῶν καύσεών τε καὶ τομῶν γιγνομένας», Πλάτ.)
2. γιατρειά, ίαση («η θεραπεία τού αρρώστου»)
νεοελλ.
1. κάθε μέσο που αποσκοπεί στην ίαση μιας νόσου («η θεραπεία θα είναι σύντομη»)
2. η θεραπευτική μέθοδος που ακολουθεί γιατρός για την καταπολέμηση μιας νόσου
3. αποκατάσταση ζημιάς, επανόρθωση («το κακό δεν επιδέχεται θεραπεία»)
4. φρ. «η θεραπεία τών γραμμάτων» — η συστηματική ενασχόληση με τα γράμματα
μσν.
ευχαρίστηση, ικανοποίηση
(μσν.-αρχ.)
1. επιμέλεια, φροντίδα, περιποίηση («παῖδας μικρούς πολλής ἔτι θεραπείας δεομένους», Λυσ.)
2. εξυπηρέτηση, εκδούλευση («ἀπό θεραπείας τοῦ τε κοινοῦ αὐτῶν καὶ τῶν ἀεὶ προεστώτων», Θουκ.)
3. (περιλπτ.) οι ακόλουθοι βασιλέως ή άρχοντος («θεραπηΐη δέ σφ' ὄπισθε ἕπεται πολλή», Ηρόδ.)
αρχ.
1. (για θεούς ή ήρωες) εκδήλωση λατρείας («θεῶν τε καὶ δαιμόνων καὶ ἡρώων θεραπεῖαι», Πλάτ.)
2. φροντίδα για την καλή διατήρηση τού σώματος
3. στολισμός για καλή εμφάνιση («μητέρα παροῦσαν αὐτῇ ἐν ἐσθῆτι τε καὶ θεραπεία οὐ τῇ τυχούσῃ», Ξεν.)
4. (για ζώα) ανατροφή, εκπαίδευση («ἡ γάρ που ἱππικὴ ἵππων θεραπεία», Πλάτ.)
5. (για φυτά) καλλιέργεια
6. (για ναούς) συντήρηση, επισκευή
7. παρασκευή λίπους για ιατρική χρήση.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • θεραπεία — θεραπείᾱ , θεραπεία service fem nom/voc/acc dual θεραπείᾱ , θεραπεία service fem nom/voc sg (attic doric aeolic) θεραπείᾱ , θεραπείη service fem nom/voc/acc dual θεραπείᾱ , θεραπείη service fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεραπείᾳ — θεραπείᾱͅ , θεραπεία service fem dat sg (attic doric aeolic) θεραπείᾱͅ , θεραπείη service fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεραπεία — η 1. περίθαλψη του αρρώστου, αποκατάσταση της υγείας: Υποβλήθηκε σε εντατική θεραπεία. – Ριζική θεραπεία. 2. τα μέσα και η μέθοδος νοσηλείας: Ο γιατρός δεν εφάρμοσε σωστή μέθοδο θεραπείας. 3. καλλιέργεια, επίδοση σε κάτι με ζήλο: Θεραπεία των… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αιτιολογική θεραπεία — Η θεραπεία που αποβλέπει στην εξάλειψη της αιτίας μιας νόσου και όχι μόνο των συμπτωμάτων της …   Dictionary of Greek

  • θεραπείας — θεραπείᾱς , θεραπεία service fem acc pl θεραπείᾱς , θεραπεία service fem gen sg (attic doric aeolic) θεραπείᾱς , θεραπείη service fem acc pl θεραπείᾱς , θεραπείη service fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιμοθεραπεία — Θεραπεία με παρεντερική χορήγηση αίματος (μετάγγιση). * * * η Ιατρ. γενικά η χρησιμοποίηση αίματος και συχνότερα τού αίματος τού ίδιου τού αρρώστου για θεραπεία (αυτοαιμοθεραπεία). [ΕΤΥΜΟΛ. Ελληνογενές < αίμα + θεραπεία, πρβλ. αγγλ.… …   Dictionary of Greek

  • θεραπείαι — θεραπείᾱͅ , θεραπεία service fem dat sg (attic doric aeolic) θεραπείᾱͅ , θεραπείη service fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεραπείαν — θεραπείᾱν , θεραπεία service fem acc sg (attic doric aeolic) θεραπείᾱν , θεραπείη service fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λογοθεραπεία — Θεραπεία που αποσκοπεί να βοηθήσει ανθρώπους να ξεπεράσουν προβλήματα μέσω της προφορικής επικοινωνίας. Στα χέρια ειδικευμένων επιστημόνων αποδεικνύεται χρήσιμη σε ποικιλία περιπτώσεων, από τις ελαφρύτερες, όπως είναι τα προβλήματα άρθρωσης,… …   Dictionary of Greek

  • Βατάτζης, Βασίλειος — (Θεραπεία Κωνσταντινούπολης 1693 – ;). Λόγιος. Γνώριζε καλά την αραβική και την τουρκική. Ως εμπορευόμενος, ταξίδεψε σε πολλές χώρες και σχετίστηκε φιλικά με τον σάχη της Μπουχάρας Ναντίρ, που τον διόρισε πρεσβευτή της χώρας του στην Πετρούπολη.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.